Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Ο κίνδυνος διάλυσης του Ιράκ, μείζων κίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη


Τριγάζης Πάνος

http://www.operationworld.org/files/ow/maps/lgmap/iraq-MMAP-md.png

Εξεγείρονται οι ανθρώπινες συνειδήσεις μπροστά στις φρικαλεότητες που διαπράττονται στο Ιράκ από τους σκοταδιστές τζιχαντιστές του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους εναντίον εθνικών και θρησκευτικών ομάδων και γενικότερα εναντίον πολιτών που δεν ασπάζονται την πιο ακραία, αντιανθρώπινη και αποκρουστική εκδοχή του Ισλάμ. Συγκλονίζει τη διεθνή κοινή γνώμη ο αποκεφαλισμός του Αμερικανού δημοσιογράφου James Foley.
Οι τραγικές αυτές εξελίξεις επιβεβαιώνουν την πλήρη χρεοκοπία της αμερικανικής πολιτικής και ειδικότερα της πολιτικής Μπους, που μαζί με τον Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, έκαναν τον καταστροφικό πόλεμο του 2003 - όπως αποδεικνύεται και με τις τελευταίες εξελίξεις - στο όνομα της δήθεν αποκατάστασης της δημοκρατίας και της εξάλειψης της απειλής από το υποτιθέμενο πυρηνικό οπλοστάσιο του τυραννικού καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεϊν. Με άλλα λόγια, έσπειραν ανέμους, και τώρα θερίζουν θύελλες με θύμα ξανά τον πολύπαθο λαό του Ιράκ.
Με ανοιχτές ακόμα τις πληγές από τον ιμπεριαλιστικό αυτό πόλεμο αλλά μετά και την εγκληματική και άκρως διχαστική για τη χώρα πολιτική της κυβέρνησης Μαλίκι, το Ιράκ είναι σήμερα αντιμέτωπο με τον πραγματικό κίνδυνο της διάλυσης του ως ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους. Εγκυμονούνται τεράστιοι κίνδυνοι, όχι μόνο για την ειρήνη στη Μ. Ανατολή, που συνεχίζει να ματώνει στη Γάζα και εξακολουθεί να δοκιμάζεται από τον εμφύλιο της Συρίας, αλλά και για την παγκόσμια ειρήνη από ενδεχόμενη διάλυση του κράτους του Ιράκ, την οποία απεργάζονται και γειτονικές περιφερειακές δυνάμεις. Είναι η ώρα για μια συντονισμένη κινητοποίηση των φιλειρηνικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή, στην Ευρώπη και τον κόσμο, για την αποτροπή των κινδύνων που προανέφερα. Πριν απ' όλα απαιτείται να υπάρξει εθνική ενότητα στο Ιράκ σε δημοκρατική βάση, με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των θρησκευτικών και εθνικών κοινοτήτων της χώρας.
Δυστυχώς, η Ε.Ε., δέσμια του ατλαντισμού των ηγεσιών της, έχει πλήρως αποτύχει στη Μεσανατολική και Μεσογειακή της πολιτική. Και αυτή η διαπίστωση αφορά και τη σημερινή κυβέρνηση της Ελλάδας.


22.08.2014
avgi.gr

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Η παρένθεση ΠΑΣΟΚ

Του Αριστείδη Μπαλτά

 http://asset.tovima.gr/vimawebstatic//4A7AA6CF84D0C903C4FDCE693BA86C42.jpg

Η κατανόηση του παρόντος απαιτεί σύνθετες αναδρομές στο παρελθόν. Χρειάζεται να ανασύρουμε νήματα που συνδέουν το σήμερα με περασμένα σταυροδρόμια, νήματα που υφαίνονται συχνά με τρόπους αόρατους σε πρώτη ματιά.

Ο "εκσυγχρονισμός" απεχθάνεται τέτοιες αναδρομές. Αποστρέφεται την ιστορία γιατί θέλει να φιλοτεχνήσει την εικόνα του παρθενογέννητου που ιδρύει μόνος το ηλιόλουστο μέλλον. Από τα παρελθόντα και τα τρέχοντα, ο "εκσυγχρονισμός" ανασύρει μόνον ό,τι μπορεί να στιγματίσει ως "κατάλοιπο" που ο ίδιος γεννήθηκε για να ξεπεράσει. Ο "εκσυγχρονισμός" μισεί το παρελθόν.

Το ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε ως ανατέλλων ήλιος. Άθροισε Άρη Βελουχιώτη και Ελευθέριο Βενιζέλο, μη προνομιούχους εφοπλιστές και μη προνομιούχος αγρότες, το "συνδικάτο" του ΝΑΤΟ με το "συνδικάτο" της ΕΟΚ και τα δύο με το "κατεστημένο" εν γένει και κάλεσε άπαντες, προνομιούχους και μη, να αυτοοργανωθούν προκειμένου να αθροιστούν υπό τη φωνή του Αρχηγού. Ο οποίος, αφού έταξε την Ελλάδα στους Έλληνες, κήρυξε τον Σοσιαλισμό στις 18 (Οκτωβρίου 1981).

Αλλά ολόκληρη η περίοδος 1936-1974 ήταν της Αριστεράς. Αυτή εστίαζε τον τρόμο των κρατούντων. Άρα κλειδί της όλης επιχείρησης ΠΑΣΟΚ ήταν το να επιβληθεί στην Αριστερά ο χαρακτηρισμός "παραδοσιακή" και στον αμήχανο λαό που προσέρρεε εκείνος του "εαμογενούς". Σαράντα χρόνια βαριάς ιστορίας συρρικνώνονταν έτσι σε ό,τι βόλευε: σεβάσμιο απολίθωμα που αναφέρεται μόνον όσο δείχνει τι το παρθενογέννητο ΠΑΣΟΚ υπάρχει για να υπερβεί. Κι αυτό ξεπέρασε αμέριμνα την ιστορία απλώς πηδώντας από πάνω της. Χωρίς να συμμερίζεται ίχνος από τον πόνο και την αξιοπρέπεια που την έδενε, χωρίς να υποψιάζεται το πόσα θα μπορούσε να είχε μάθει από ένα ακατάλυτο ήθος και μια κοσμοθεώρηση που ακόμη κατορθώνει να το αρθρώνει. Του αρκούσε η τυπική αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης για να κλείσει λογαριασμούς με ένα παρελθόν που μολαταύτα αρνιόταν να βυθιστεί στη λήθη.

Πολλοί ανταποκρίθηκαν αδιαφορώντας για το τίμημα. Νεότεροι προσέτρεξαν με ανιδιοτελή ενθουσιασμό. Γιατί όντως ήθελαν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα και πίστευαν -αφού έτσι τους έμαθαν- ότι ο δρόμος του ΠΑΣΟΚ είναι ο μόνος αποτελεσματικός. Που οδηγεί τον λαό στην εξουσία. Δηλαδή το ΠΑΣΟΚ στη κυβέρνηση.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Το ΠΑΣΟΚ έγινε κράτος και οι ιδέες του μέσο για να εξυπηρετούνται συμφέροντα μεγάλα και μικρά. Δηλαδή για να αναπαράγεται το καθεστώς. Ο ήλιος του έχει δύσει, αλλά λίγοι από εκείνους που κάποτε τον σήκωσαν πάνω από την Ελλάδα και σήμερα του κρύβονται μπορούν ακόμη κάτι να μοιράζουν. Όσο και όπως τους παίρνει.

Οι λόγοι εκτίναξης του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολλοί. Ίσως κυριότερος είναι ο βαθύς ιστορικός. Οι πολίτες θέλουν να εμπιστευτούν μια αριστερή δύναμη που δεν εκμαυλίστηκε αλλά προτείνει ξανά, κριτικά, τη φλόγα. Γιατί έτσι ξαναβρίσκουν τη μεγάλη διαψευσμένη ελπίδα του ιστορικού βάθους. Διστακτικά, γιατί φοβούνται νέες διαψεύσεις. Κατανοώντας ωστόσο ότι στην κλίμακα της ιστορίας το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε παρένθεση. Που έχει ήδη κλείσει. Ίσως αναπόφευκτη για το μεσοδιάστημα, αλλά παρένθεση μολαταύτα.

Τίποτε δεν εγγυάται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιτύχει. Η ιστορία δεν παρέχει εγγυήσεις για το μέλλον. Ούτε οι αγνές προθέσεις. Όμως σήμερα ίσως αχνοφαίνεται πως τα όνειρα μπορεί να λάβουν εκδίκηση. Τα όνειρα. Όχι οι άνθρωποι.

Πηγή: Η Αυγή

ΣΥΡΙΖΑ εναντίον ΣΥΡΙΖΑ


Μουλόπουλος Βασίλης

http://www.naftemporiki.gr/fu/p/662017/638/399/0x000000000065fbe2/2/syriza.jpg

Υποψιάζομαι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει από πολιτική υψοφοβία. Μια ασθένεια της πολιτικής, ένα είδος ιλίγγου, που εκδηλώνεται με αυτοκαταστροφικές τάσεις κάθε φορά που η πολιτική και εκλογική επιρροή του αυξάνεται.
Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ πλησιάζει στην εξουσία, τόσο αναπτύσσει φοβικά σύνδρομα απέναντί της. Πολλοί λένε ότι η εξουσία φθείρει αυτόν που την έχει. Ορισμένοι αντιτείνουν πως φθείρει αυτόν που δεν την έχει. Ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει πως διαφθείρει αυτόν που ετοιμάζεται να την πάρει, πριν να την κατακτήσει. Και αυτό είναι πολιτική σχιζοφρένεια. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς τον νέο κύκλο αντιπαραθέσεων που άνοιξε το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.
Για να εξηγηθώ ίνα μην παρεξηγηθώ, δεν υποστηρίζω πως η άσκηση της εξουσίας, η δομή και η λειτουργία του κόμματος, οι πολιτικές συμμαχίες, το πρόγραμμα διακυβέρνησης δεν είναι θέματα που πρέπει να συζητηθούν. Πως δεν πρέπει να υπάρξουν αντιπαραθέσεις, διαφορετικές απόψεις, για τόσο καίρια ζητήματα. Το αντίθετο. Αλλά όλο αυτό δεν μπορεί να γίνεται μέσα σε ένα κλίμα μιζέριας, μεμψιμοιρίας και σύγκρουσης μηχανισμών. Ούτε πρέπει να υπάρχει η εικόνα "ο καλός ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του κακού ΣΥΡΙΖΑ".
Πίστευα πως, αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν νικητής στις ευρωεκλογές, αυτό θα λειτουργούσε ως καταλύτης για να ολοκληρωθεί η ενοποίηση, η πολιτική σύνθεση και κυρίως η συλλογική λειτουργία του κόμματος. Η περίφημη "ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ". Πως οι συνιστώσες, οι τάσεις, οι υποτάσεις, οι ομάδες και οι παρέες θα "μηδένιζαν το κοντέρ" για να κάνουν όλοι μαζί το μεγάλο άλμα: την κατάκτηση της εξουσίας -για πρώτη φορά στην Ιστορία- από τη ριζοσπαστική Αριστερά.
Και ότι μόνο η εκλογική αποτυχία θα μας γυρνούσε πίσω στο "προπατορικό αμάρτημα" των αλυσιδωτών διαιρέσεων και ομφαλοσκοπήσεων. Συνειδητοποιώ ότι υποτίμησα μια πραγματικότητα: η ριζοσπαστική Αριστερά αδυνατεί να λειτουργήσει με κανόνες τόσο κοινότοπους.
Να πέσουν στην εσωστρέφεια, να τσακωθούν, να μιζεριάσουν μετά από μια ήττα είναι ικανοί οι πάντες. Το δύσκολο είναι να το κάνεις μετά από μια νίκη, και μάλιστα ιστορική.
Η προοπτική, η πρόκληση να αναλάβει την εξουσία αποδεικνύεται πως είναι η πλέον προσφιλής "αιτία πολέμου" σε όλα τα επίπεδα, από τις Ο.Μ. και τις κλαδικές ώς τις Νομαρχιακές Επιτροπές, την Κεντρική Επιτροπή και την Πολιτική Γραμματεία.
Πιστεύω πως μάλλον χρήζει ψυχολογικών ερευνών το φαινόμενο ότι, ενώ η ψυχή, η ιδέα, η πολιτική ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η συλλογικότητα, δεν χάνουμε την ευκαιρία να συλλέγουμε διαφωνίες, έριδες, αμοιβαίες καχυποψίες και αναθέματα, εσωτερικούς εχθρούς. Και το κάνουμε, οφείλω να σημειώσω, με πλήρη αφιλοκερδία.
Ουδείς κερδίζει κάτι, εκτός από ζημίες. Προσωπικές και συλλογικές.

avgi.gr

Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η ριζοσπαστική Αριστερά

Tου Χρήστου Λάσκου*

http://www.antibaro.gr/wp-content/uploads/2013/07/andreas-papandreou.jpg

Αποτελεί ο Ανδρέας Παπανδρέου τμήμα της παράδοσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς; Ποιος το περίμενε, αλήθεια, ότι θα έφτανε η ημέρα που θα ετίθετο το ερώτημα αυτό; Να, όμως, που έγινε κι αυτό. Από τη μία διάφορες «αναζητήσεις» σχετικά με τα όσα θα μπορούσαμε να μάθουμε από την πορεία του ΠΑΣΟΚ, που το έφερε στην κυβέρνηση, έτσι ώστε ίσως κι εμείς «να το κάνουμε όπως ο Ανδρέας». Από την άλλη, η «Σοσιαλιστική Τάση» του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία πλέκει εγκώμιο στον Παπανδρέου με αφορμή το ιουνιάτικο μνημόσυνό του.

Το ζήτημα τίθεται κι αναζητάει απάντηση. Και μάλιστα όχι για ιστορικούς, αλλά για κατεξοχήν πολιτικούς λόγους. Εχουμε και λέμε, λοιπόν. Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ποτέ τμήμα της Αριστεράς, οποιουδήποτε είδους, στην Ελλάδα. Αντίθετα, από τη στιγμή που εμφανίστηκε ως κόμμα εξουσίας υπήρξε ο βασικός πυλώνας του αστικού δικομματισμού. Η Ελλάδα των μνημονίων είναι δικό του δημιούργημα, ως συνέχεια του εκσυγχρονισμού των απασχολήσιμων, καθώς και του παπανδρεϊκού λαϊκισμού της Ελλάδας του ’80, που δεξιώθηκε τον αυριανισμό και τον επέβαλλε ως ήθος «για τον λαό και τον τόπο».

Αλλωστε, ούτε το ίδιο επικαλέστηκε, στην πραγματικότητα, ποτέ την «αριστεροσύνη» του. Ο αυτοπροσδιορισμός του το ενέτασσε σε μια σειρά που ξεκινούσε από τους Φιλελεύθερους του Βενιζέλου, με δώρο το ιδιώνυμο για τους κομμουνιστές, και περνούσε από τον «Γέρο της Δημοκρατίας», τον γέρο των Δεκεμβριανών και του «διμέτωπου» στη συνέχεια. Το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, ήταν «αντιδεξιό», πράγμα που είναι πολύ διαφορετικό από το «αριστερό», οποιουδήποτε είδους ξαναλέω. Γιατί ο παραπάνω αυτοπροσδιορισμός είναι απολύτως ασύμβατος με την αριστερή ένταξη.

Γι’ αυτό και ο ριζοσπαστισμός του έψαχνε εκλεκτικές συγγένειες στον Καντάφι και το Μπάαθ παρά στη «ρεφορμιστική» ευρωκομμουνιστική Αριστερά. Ενώ την ίδια ώρα αρνούνταν την ένταξή του στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία περισσότερο, εν τέλει, λόγω του κεντρώου–λαϊκιστικού αυτοπροσδιορισμού του «κινήματος» παρά για τους επικαλούμενους από το ίδιο λόγους. Το παπατζιλίκι, άλλωστε, υπήρξε διαχρονική σταθερά της ιστορίας που αφηγούμαστε. Επιπλέον, το SPD ή το Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία προέρχονταν, από πολύ καιρό, από το εργατικό κίνημα, πράγμα που δεν ίσχυε στην Ελλάδα, όπου πραγματικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα εργατικής κοινωνικής βάσης δεν υπήρξε ποτέ.

Μα, θα πει κάποιος καλόπιστος, τίποτε καλό δεν έκανε το ΠΑΣΟΚ; Αυτή είναι, ακριβώς, η λάθος ερώτηση, στο μέτρο που θα μπορούσε να τεθεί το ίδιο και για τη Νέα Δημοκρατία, το Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη, το Καθολικό Κέντρο του καγκελαρίου Μπρίνινγκ (;) και χιλιάδες άλλες περιπτώσεις.

Το ζήτημα, όπως προείπαμε, είναι άλλο. Και η απάντηση έχει δοθεί προ πολλού, εξ αρχής σχεδόν. Την έδωσε καλύτερα από όλους ο Αγγελος Ελεφάντης, όταν έγραψε και επανέλαβε πολλές φορές στη συνέχεια, πως «από την άποψη του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μας αφήνει παγερά αδιάφορους». Και την Αριστερά, ως γνωστόν, τη συγκροτεί το ζήτημα του σοσιαλισμού, έστω κι αν, παραδόξως, δεν φαίνεται να το αντιλαμβανόμαστε όλοι με την ίδια σοβαρότητα στις μέρες μας.

Το επιπλέον δυστύχημα, όπως απέδειξε το μέλλον που ο Ελεφάντης δεν ήξερε, αλλά υποψιαζόταν, όπως φαίνεται από τον τρόπο που ανέλυε το φαινόμενο στον εξαιρετικό «Αστερισμό του λαϊκισμού», είναι πως το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, του Σημίτη, του Γιώργου και του Βενιζέλου υπήρξε βασικός υπαίτιος της καταστροφής των εργαζομένων και των φτωχών ανθρώπων στην Ελλάδα.

Κι αυτό θα ήταν ασυγχώρητο, αν δεν ήταν προμελετημένο σε μεγάλο βαθμό.

Σε αυτά δεν γίνεται να μη συμφωνήσουμε. Δεν πρόκειται για ιστορία γενικώς, πρόκειται για την ιστορία που έφερε τη σημερινή εξαθλίωση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Η συμφωνία, επομένως, έχει άμεση πολιτική αξία. Είναι εγγύηση σχετικά με το τι επιδιώκουμε και τι εχθρευόμαστε. Κρίσιμο ζήτημα πρωτεύουσας σημασίας για τη ριζοσπαστική Αριστερά, τους συμμάχους, το σχέδιο και την αξιοπιστία της.


* Οικονομολόγος – εκπαιδευτικός, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

 efsyn.gr

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Η Δημοκρατική Αριστερά στο μεταίχμιο των εξελίξεων

Του Σίμου Ανδρονίδη*

http://thepaper.gr/wp-content/uploads/2013/06/dimar1.jpg

Η πολύ κακή εκλογική καταγραφή της Δημοκρατικής Αριστεράς στις πρόσφατες ευρωεκλογές σκιαγράφησε με ενάργεια τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε όλο το προηγούμενο διάστημα το κόμμα. Η κοινωνική, πολιτική και εκλογική απίσχνανση της ΔΗΜΑΡ θέτει επί τάπητος το μείζον ζήτημα της στρατηγικής κατεύθυνσης καθώς και του ρόλου που καλείται να διαδραματίσει το κόμμα σε συνθήκες «ποιοτικού» βαθέματος της οικονομικής κρίσης. Η συμμετοχή του κόμματος στην τρικομματική, τελικώς, κυβέρνηση που προέκυψε μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012 αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση, σε κυβερνητικό επίπεδο, του ιδεολογήματος της «υπεύθυνης» και «κυβερνώσας» Αριστεράς. Η στρατηγική σύμπλευση της ΔΗΜΑΡ με τους άλλους δύο κυβερνητικούς εταίρους (Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) επηρέασε δομικά την όλη κατεύθυνση και πορεία του κόμματος. Η συγκεκριμένη στρατηγική σύμπλευση, που συνδέθηκε οργανικά με τη μνημονιακή διαχείριση της οικονομικής κρίσης, απέκοψε το κόμμα από τις απαραίτητες κοινωνικές προσβάσεις. Σε αυτή την περίπτωση, το αρχικό «κοινωνικό» κόστος μετασχηματίστηκε σε πολιτικό και εκλογικό κόστος.

Μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, τον Ιούνιο του 2013, με αφορμή την κατάργηση της ΕΡΤ, το κόμμα βυθίστηκε σε μία εσωτερική πολιτική και οργανωτική περιδίνηση. Οι πολιτικές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις επηρέασαν τη «μετεξέλιξή» του από κόμμα που διαχειρίστηκε κυβερνητικές ευθύνες σε κόμμα της αντιπολίτευσης. Το κόμμα αδυνατούσε να αρθρώσει εναλλακτικό πολιτικό λόγο εναντίωσης στις πολιτικές διαχείρισης της οικονομικής κρίσης. Ετσι, αντιμετώπισε μία δομική αντίφαση η οποία και αντανακλάστηκε και στο εσωτερικό του κόμματος: η απομάκρυνση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση δεν συνέβαλε και στην «οργανική αποσύνδεση» του κόμματος από τις πολιτικές και τα μέτρα που συνέχισαν να λαμβάνουν οι δύο πλέον κυβερνητικοί εταίροι (Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ).

Το πολιτικό διάστημα που ακολούθησε σημαδεύτηκε από την εσωτερική πολιτική και οργανωτική περιδίνηση του κόμματος. Ο δομικός δυϊσμός που αποκρυσταλλώθηκε στο εσωτερικό της ΔΗΜΑΡ έλαβε τα χαρακτηριστικά μιας οιονεί πολιτικής, προγραμματικής και ιδεολογικής απόκλισης μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας του κόμματος. Η πλειοψηφία, συσπειρωμένη γύρω από το πρόσωπο του προέδρου Φώτη Κουβέλη, είχε στρατηγικό στόχο το να μπορέσει η ΔΗΜΑΡ να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο, απέρριπτε τις εκκλήσεις της μειοψηφίας για συνεργασία με διάφορα κόμματα και ομαδοποιήσεις της ευρύτερης Κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ, Κίνηση των «58» κ.ά.). Η πλειοψηφία είχε στρατηγικό στόχο να διαδραματίσει η ΔΗΜΑΡ τον ρόλο του πολιτικού «καταλύτη» στις προσπάθειες ανασυγκρότησης του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Από την άλλη πλευρά, η μειοψηφία του κόμματος επεδίωκε τη στρατηγική σύμπλευση με κόμματα και πολιτικές κινήσεις του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς. Στο πλαίσιο αυτό επεδίωκε τη διεξαγωγή ενός πολιτικού διαλόγου που θα είχε στόχο τη συγκρότηση και την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς που θα τοποθετούνταν μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Η «εμφάνιση» του εσωτερικού δομικού δυϊσμού επηρέασε τη συνολική στρατηγική κατεύθυνση του κόμματος και συμφύθηκε οργανικά με την αδυναμία άρθρωσης ενός, έστω και τύποις, «ενιαίου» πολιτικού και προγραμματικού λόγου· ενός πολιτικού και προγραμματικού λόγου που αφενός θα έδινε το πολιτικό στίγμα του κόμματος, αφετέρου θα μετατόπιζε οργανικά το κόμμα από το πεδίο της μνημονιακής διακυβέρνησης στο αντιπολιτευτικό πεδίο της πολιτικής εναντίωσης. Ακόμη και μετά την αποχώρησή της από την κυβέρνηση, η ΔΗΜΑΡ «ανασυγκροτήθηκε» ως οιονεί πολιτικό κόμμα που είναι πρόθυμο να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Κάτι που σχετίζεται και με τις καταβολές του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου.

Την επαύριο των ευρωεκλογών και της πολιτικής και εκλογικής απίσχνανσης του κόμματος, έχει τεθεί επί τάπητος η συνολική πολιτική στρατηγική κατεύθυνσή του. Ο δομικός δυϊσμός και οι δομικές αντιφάσεις που ορίζουν και προσδιορίζουν την πορεία του δεν φαίνεται να έχουν ξεπεραστεί. Αντιθέτως, έχουν λάβει καινούργιες μορφές. Πλέον, το κρίσιμο διακύβευμα είναι αν η ΔΗΜΑΡ ακολουθήσει μια πορεία σταδιακής προγραμματικής σύγκλισης με τον ΣΥΡΙΖΑ, που θα φτάσει έως το πεδίο της διακυβέρνησης με σαφή προοδευτικό προσανατολισμό. Η εμφάνιση του συγκεκριμένου επίδικου πολώνει την κατάσταση στο εσωτερικό του πολιτικού οργανισμού της ΔΗΜΑΡ.

Η μειοψηφία του κόμματος διαφωνεί έντονα με τη σταδιακή πολιτική και προγραμματική σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που δεν αποκλείεται να οδηγήσει το κόμμα στη διάσπαση. Η απόρριψη της σύγκλισης με τον ΣΥΡΙΖΑ, από πλευράς μειοψηφίας, ισοδυναμεί με την «ολική» απόρριψη των θέσεων και των στόχων που έχει υιοθετήσει η πλειοψηφία του κόμματους αμέσως μετά τον εκλογικό «Αρμαγεδδώνα». Η δομική αυτή διαφοροποίηση έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ξεχωριστών «κομμάτων μέσα στο κόμμα». Αυτά τα ξεχωριστά «κόμματα», οι ξεχωριστές ομαδοποιήσεις, συγκροτούν το τύποις ενιαίο πολιτικό «όλο» που λέγεται ΔΗΜΑΡ.

Ολες οι παθογένειες και οι αντιφάσεις που ταλάνιζαν τον χώρο έχουν ανέλθει με δραματικό τρόπο στην πολιτική «επιφάνεια». Οι αντιφάσεις που διατρέχουν τον χώρο της «ανανεωτικής» Αριστεράς έχουν «πηγή» προέλευσης το θολό ιδεολόγημα της «υπεύθυνης» και «κυβερνώσας» Αριστεράς. Το συγκεκριμένο ιδεολόγημα παρήγαγε τους όρους για τη σύγκλιση ενός σημαντικού κομματιού της «ανανεωτικής» Αριστεράς με τα «σχέδια» και τους στόχους διακυβέρνησης (βλ. εκσυγχρονισμός), που συνέτειναν όχι στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, αλλά κυρίως στην άντληση κέρδους από πλευράς συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων. Η ΔΗΜΑΡ οφείλει να αποκτήσει ενιαία πολιτική γραμμή, ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα, καθώς και δεσμούς εκπροσώπησης με τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα. Οφείλει να σκεφτεί πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο συμμετοχής της σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προοδευτικής διακυβέρνησης, με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.


* Υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 efsyn.gr

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Η ιστορική σημασία της μάχης για την ΔΕΗ

Του Αλέξη Τσίπρα

 

H ίδρυση της ΔΕΗ έγινε το καλοκαίρι του 1950. Ακριβώς 64 χρόνια μετά, έρχεται στη Βουλή νόμος που προβλέπει την ιδιωτικοποίηση, καλύτερα την εκποίηση των "φιλέτων" της ΔΕΗ. Των πιο παραγωγικών μονάδων, των λιγνιτικών πεδίων, των υδροηλεκτρικών εργοστασίων, των φραγμάτων, ενός πλούτου που είναι εξαιρετικά δύσκολο κανείς να τον κοστολογήσει. Και αυτός ο νόμος προωθείται στο θερινό τμήμα των 100 βουλευτών μέσα από διαδικασίες-εξπρές, που φανερώνουν την πρόθεση να αποκρυφτεί ένα μεγάλο εθνικής σημασίας θέμα από το λαό αλλά και από το σύνολο των βουλευτών.
Όταν το 1950 αποφασίστηκε η ίδρυση της ΔΕΗ, υπήρχαν 385 ιδιωτικές εταιρείες που παρήγαγαν ηλεκτρική ενέργεια, από τις οποίες κάποιες είχαν απλή άδεια, κάποιες προνομιακή άδεια, κάποιες ήταν δημοτικές ή κοινοτικές. Η πρώτη ύλη που χρησιμοποιούσαν ήταν το πετρέλαιο και ο γαιάνθρακας. Εισαγόμενα υλικά, πράγμα που έκανε την παραγωγή ενέργειας εξαιρετικά δαπανηρή, που σήμαινε, για όσους τα έζησαν, ότι ηλεκτρισμό είχε μονάχα το 55% του ελληνικού πληθυσμού. Η πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα ήταν ένα αγαθό πολυτελείας. Χρειάστηκε να ιδρυθεί η ΔΕΗ με χρήματα από τον κρατικό  προϋπολογισμό, από το σχέδιο Μάρσαλ, από τις ιταλικές επανορθώσεις, για να γίνει αυτό το αναπτυξιακό θαύμα. Να γίνει φθηνή η παραγωγή και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας προς τους πολίτες και να πάει σταδιακά και στο πιο απομακρυσμένο χωριό, στο πιο απομακρυσμένο νησί της πατρίδας μας.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι αν δεν είχαν επιλεγεί τότε η λύση της ΔΕΗ κι άφηναν αυτό το μοντέλο στο οποίο σήμερα θέλουν να μας γυρίσουν πίσω, αυτό το θαύμα δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
-ΠΡΩΤΟΝ διότι μόνο μέσα από μια ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ μπορούσε να γίνει ενοποίηση της παραγωγής σε ένα ενιαίο διασυνδεδεμένο δίκτυο ώστε τα φορτία να επιμερίζονται σε εθνική κλίμακα.
-ΔΕΥΤΕΡΟΝ διότι η ύπαρξη ενός ενιαίου φορέα επέτρεψε τόσα χρόνια τώρα, τον επιμερισμό του κόστους ανάμεσα στις κερδοφόρες και τις ζημιογόνες περιοχές της χώρας. Κυρίως όμως διότι η αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων, απαιτούσε τεράστιες επενδύσεις που κανένας ιδιώτης δε θα επέλεγε ή δεν θα μπορούσε να κάνει. Επενδύσεις που και τώρα χρειαζόμαστε, για να κάνουμε ακόμα πιο αποτελεσματικό το δίκτυο της ΔΕΗ και να αμβλύνουμε τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, διατηρώντας μια επιχείρηση η οποία όχι μόνο θα παράγει και θα μεταφέρει το ρεύμα,  αλλά θα μπορεί να ασκεί και κοινωνική πολιτική.
Ιδίως στην περίοδο της κρίσης, μια τέτοια πολιτική έχει ανάγκη τόσο μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που βρίσκεται στα όρια της ανθρωπιστικής κρίσης, όσο και οι πολύπαθες περιοχές της Δυτ. Μακεδονίας. Περιοχές που όλα τα προηγούμενα χρόνια έχουν επιφορτιστεί δυσβάσταχτο κόστος, ανθρώπινο και περιβαλλοντικό, προκειμένου όλη η Ελλάδα και όλος ο ελληνικός λαός να  έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στο αγαθό που λέγεται ηλεκτρισμός.
Δεν υπερασπιζόμαστε -όπως κάποιοι λένε- μια συντεχνία εργαζομένων που ασχολούνται μόνο με το να υπερασπιστούν κάποια προνόμια. Ακόμα κι αν τα προνόμια αυτά κάποτε υπήρχαν, σήμερα όλοι μας ζούμε στις εποχές της μνημονιακής βαρβαρότητας, των μεγάλων περικοπών στους μισθούς στα εισοδήματα. Συνεπώς, σήμερα καλούμαστε να υπερασπιστούμε όχι μονάχα το ιερό δικαίωμα των εργαζόμενων στην εργασία αλλά και το δικαίωμα του ελληνικού λαού να διατηρήσει τον έλεγχο και την ιδιοκτησία μιας επιχείρησης που στήθηκε από το δικό του υστέρημα και το δικό του ιδρώτα, πριν από 64 χρόνια.
Για όλους τους παραπάνω λόγους αποτελεί έγκλημα οικονομικό και εθνικό η εκποίηση και τελικώς η διάλυση της ΔΕΗ. Θέλω να δώσω ένα παράδειγμα, για να καταλάβουμε τι θα συμβεί και στον καταναλωτή,  αν αφήσουμε αυτό το έγκλημα να υλοποιηθεί. Με την διαδικασία απελευθέρωσης τα προηγούμενα χρόνια,  δόθηκε η δυνατότητα επενδύσεων σε ιδιώτες. Έγινε διαγωνισμός -ως συνήθως αυτοί οι διαγωνισμοί γίνονται για να πάει σε έναν τελικά η δουλειά, αυτή είναι η παρακαταθήκη της σύγχρονης οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής- κανένας όμως δεν προχώρησε σε καμία πραγματική επένδυση. Γιατί θέλουν να πάρουν έτοιμα τα εργοστάσια παραγωγής, και δωρεάν τον ορυκτό πλούτο. Τον εθνικό μας πλούτο, και μάλιστα έναντι ενός ευτελούς τιμήματος που μπορεί να συγκριθεί με το κόστος κατασκευής ενός μονάχα υδροηλεκτρικού σταθμού. Πρόκειται για αετονύχηδες και αεριτζήδες, παρά για επενδυτές.
Οι δε παραγωγοί ενέργειας, μέχρι πρόσφατα κοστολογούσαν την ενέργεια που πουλούν 60-70 ευρώ τη μεγαβατώρα. Μόλις πληροφορήθηκαν ότι η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ εξέταζε την περίπτωση κινητοποιήσεων που μπορεί να οδηγήσoυν και σε απεργίες, πριν καν ξεκινήσουν οι απεργίες, άρχισαν να κοστολογούν τη μεγαβατώρα 150 ευρώ! Αν αυτοί οι άνθρωποι που έχουν μοναδικό στόχο το κέρδος αποκτήσουν όλα τα εργοστάσια, ούτε θα κάνουν αποκαταστάσεις στις περιοχές της Δυτ. Μακεδονίας και στο δίκτυο, ούτε θα σεβαστούν τους εργαζόμενους και φυσικά δεν θα νοιάζονται αν το ρεύμα ακριβύνει 2 και 3 φορές.
Στην περίπτωση της ΔΕΗ δεν πρόκειται για μια αντίθεση ιδεολογική ή πολιτική που μπορεί να έχει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την πολιτική της κυβέρνησης για ιδιωτικοποιήσεις, γενικά και αόριστα, δημόσιων οργανισμών. Εδώ πρόκειται για ένα εθνικής σημασίας θέμα. Γι αυτό τον λόγο, ανεξάρτητα από πιθανές διαφορετικές οπτικές που μπορούμε να έχουμε με άλλες πολιτικές δυνάμεις σε μια σειρά από ζητήματα, ακόμα και στο μείζον θέμα του ενεργειακού σχεδιασμού, στόχος μας είναι να συγκροτήσουμε ένα παλλαϊκό κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, για την υπεράσπιση της ΔΕΗ που έχει στρατηγική σημασία για την εθνική οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας μας. Είναι ιστορική μας υποχρέωση.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

2o camping νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ



2o camping νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ


2-10 Αυγούστου 2014 στο camping Δίας, στο Βαθύ Γυθείου:

Workshops, συζητήσεις, εκδρομές, beach bar, συναυλίες, συλλογική κουζίνα και άλλα!

Επικοινωνία-δηλώσεις συμμετοχής:
Θεμιστοκλέους 52, Αθήνα,
210 3809319

neolaia.syriza@yahoo.gr